Να λοιπόν μια δύσκολη ελληνική λέξη, που ουσιαστικά ήρθε να προστεθεί στο λεξιλόγιό μας τα τελευταία χρόνια, ακολουθώντας την επιστήμη της ψυχολογίας, η οποία και της έδωσε ζωή.

Τι είναι η ενσυναίσθηση;

Η ενσυναίσθηση είναι η κατανόηση των συναισθημάτων και της κατάστασης ενός άλλου ανθρώπου. Είναι μια πολύ αποτελεσματική ικανότητα, η οποία μας βοηθά να σχετιζόμαστε ομαλά με τους άλλους, γιατί διευκολύνει να τους καταλάβουμε, χωρίς απαραίτητα να ταυτιζόμαστε ή να συμφωνούμε με αυτό που σκέφτονται, νιώθουν ή κάνουν. Συνεπάγεται μια στάση έλλειψης κριτικής: ακούω – κατανοώ – ανταποκρίνομαι.
Η ενσυναίσθηση δεν είναι «λύπηση» ούτε «συμπάθεια» για τις δυσκολίες ή τα συναισθήματα που έχει ένας άλλος άνθρωπος. Τόσο η λύπηση όσο και η συμπάθεια για κάποιον, μας οδηγούν να προσπαθήσουμε να τον ανακουφίσουμε, να διορθώσουμε την κατάσταση ή να προσφέρουμε λύσεις, ώστε να αλλάξει αυτό που νιώθει. Η ενσυναίσθηση επίσης, δε θα πρέπει να συγχέεται με τη «συμπόνια», αν και αποτελεί κύριο συστατικό της. Η συμπόνια αφορά βαθιά συναισθήματα αλληλεγγύης, αποδοχής και συμπάθειας για τους άλλους, στη βάση της αναγνώρισης της θέσης ότι όλοι οι άνθρωποι πονούν, γιατί η ζωή είναι δύσκολη.

Γεννιόμαστε με αυτήν τη δυνατότητα

Οι άνθρωποι γεννιόμαστε με την ικανότητα να αναπτύξουμε ενσυναίσθηση. Η ικανότητα αυτή αρχίζει να φαίνεται περίπου από την ηλικία των 3 ετών. Από το σημείο αυτό η πορεία της ζωής μας και η ενσυναίσθηση που δείχνουν οι άλλοι προς εμάς θα κρίνει αν τελικά θα καλλιεργήσουμε ή όχι περαιτέρω την ικανότητα αυτή. Ο Rogers, ψυχολόγος που μίλησε εκτενώς για την ενσυναίσθηση, υποστηρίζει ότι η ενσυναίσθηση αποτελεί ένδειξη ψυχολογικής ωριμότητας. Πράγματι, όταν μιλάμε σε ανθρώπους που μας ακούν και δείχνουν ενεργητικά ότι καταλαβαίνουν πώς νιώθουμε, σίγουρα σκεφτόμαστε ότι είναι πιο ώριμοι από εκείνους που αδιαφορούν, αλλάζουν θέμα, δεν καταλαβαίνουν τι λέμε, ή γυρνούν τη συζήτηση στον εαυτό τους παραβλέποντας τα λεγόμενά μας. Οι άνθρωποι με χαμηλή ή καθόλου ενσυναίσθηση δημιουργούν μεγάλη δυσκολία στους γύρω τους, καθώς οι άλλοι δε μπορούν να σχετιστούν ομαλά μαζί τους. Δε βρίσκουν κατανόηση.
Αναπτύσσουμε τη δυνατότητα μέσω μάθησης
Ο ρόλος των γονιών και των ανθρώπων που μας μεγάλωσαν έχει σημασία για την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης. Για να μπορούμε να επικοινωνήσουμε αυτόματα με ενσυναίσθηση χρειάζεται να έχουμε δεχτεί ενσυναίσθηση από τους γύρω μας (μάθηση μέσω προτύπου μίμησης) καθώς και να μας έχουν δείξει πώς να συμπεριφερόμαστε με αυτόν τον τρόπο (ευθεία μάθηση).

Τι κάνω για να δείξω ενσυναίσθηση;

Για να επικοινωνήσουμε με ενσυναίσθηση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι πρωτίστως να προσέχουμε και να ακούμε ενεργητικά αυτό που μας λένε. Ακούω τον άλλο ενεργητικά σημαίνει εστιάζω την προσοχή μου τόσο τα λόγια του όσο και αυτά που «λέει» η γλώσσα του σώματός του. Άλλωστε, γνωρίζουμε ότι η γλώσσα του σώματος είναι πολύ σημαντική στην επικοινωνία των ανθρώπων: είναι αυτή που μας δείχνει αν τα λόγια είναι ακριβή. Αν ρωτήσω κάποιον «τι κάνεις;» και μου απαντήσει με δυνατές φωνές και χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι «ΕΙΜΑΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ!!!», μάλλον θα καταλάβω ότι νιώθει το αντίθετο από αυτό που λέει. Νιώθει αυτό που δείχνει το σώμα του. Οι άνθρωποι με υψηλή ενσυναίσθηση, «διαβάζουν» εύκολα τη γλώσσα του σώματος των άλλων.
Μέρος της ενεργητικής ακρόασης είναι και το να σκεφτόμαστε ή να κάνουμε υποθέσεις για το τι συμβαίνει στον άλλο ή το πώς νιώθει την ώρα που μας μιλά, αντί να δεχόμαστε παθητικά και αδιάφορα και να περιμένουμε να τελειώσει αυτά που λέει. Είναι χρήσιμο να ζητάμε επιβεβαίωση αν έχουμε πραγματικά κατανοήσει αυτό που μας λέει ο άλλος: «κατάλαβα καλά;». Με άλλα λόγια είναι χρήσιμο να προσέχουμε το συνομιλητή μας, να κατανοούμε τη θέση του και να ‘καθρεφτίζουμε’ τα λόγια και τα συναισθήματά του.

Παράδειγμα ενσυναίσθησης και απουσίας ενσυναίσθησης

• Μητέρα : Πως ήταν η μέρα σου στο σχολείο;
• Παιδί : Ασε ρε μάνα! Βαρετά!
• Μητέρα (Απάντηση Με ενσυναίσθηση): Εκνευρισμένο και απογοητευμένο σε νιώθω παιδί μου! (Με ήπιο φυσιολογικό τόνο στη φωνή) (Παύση _Περιμένει να ακούσει το παιδί να συνεχίσει). Τι συνέβη;
• Μητέρα (Απάντηση Δίχως Ενσυναίσθηση): Καλά τίποτε δεν κάνατε σήμερα; Και άκου να σου πω δεν θα μου μιλάς εμένα έτσι! (με έντονο ύφος)

Τα οφέλη της ενσυναίσθησης

Οι σχέσεις στις οποίες οι δύο πλευρές επικοινωνούν με ενσυναίσθηση ο ένας για τον άλλο, χαρακτηρίζονται από αποδοχή, ζεστασιά και ασφάλεια. Η ενσυναίσθηση διευκολύνει την αμοιβαία εμπιστοσύνη, το σεβασμό και την εγγύτητα. Ταυτόχρονα, μειώνει την επιθετικότητα και την επίκριση. Έχει μεγάλη σημασία να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο, ακόμα και αν δε συμφωνούμε. Άλλωστε, ενσυναίσθηση δε σημαίνει ότι δεχόμαστε άκριτα αυτό που μας λέει ο άλλος, απλά σημαίνει ότι κατανοούμε τη θέση του. Η ενσυναίσθηση διευκολύνει πολύ την ομαλή επικοινωνία και την επίλυση των συγκρούσεων και για το λόγο αυτό είναι σημαντική σε όλες τις μορφές ανθρωπίνων σχέσεων.

Πρακτικές συμβουλές για τη βελτίωση της επικοινωνίας μας

  • Ακούω τι μου λέει ο άλλος
  • Ενδιαφέρομαι για την οπτική του
  • Γνέφω καταφατικά και ενθαρρύνω τον άλλο να μιλήσει
  • Κάνω βλεμματική επαφή, είμαι παρών στη συζήτηση με τη στάση του σώματός μου
  • Διατηρώ το πρόσωπό μου χαλαρό, χωρίς γκριμάτσες και μορφασμούς
  • Δε διακόπτω, δε μιλάω ταυτόχρονα
  • Αφήνω στην άκρη τις προσωπικές μου προκαταλήψεις
  • Προσπαθώ να κατανοήσω την άλλη πλευρά
  • Συνοψίζω τα λεγόμενα του άλλου και ρωτάω αν κατάλαβα καλά
  • Έχω υπομονή, ευγένεια, σεβασμό – δεν επικρίνω, δεν ηθικολογώ
  • Κάνω τον άλλο να νιώσει άνετα στην επικοινωνία μαζί μου
  • Αποφεύγω να προσπαθήσω να αλλάξω αυτό που νιώθει ο άλλος, ή να του δώσω λύση στο πρόβλημά του, αν δε μου το ζητήσει

Ενσυναίσθηση στο χώρο εργασίας

Η ενσυναίσθηση είναι σημαντικότατη εργασιακή δεξιότητα.
Στην εργασία, η ενσυναίσθηση έχει παρατηρηθεί ότι συμβάλλει στην επίλυση των συγκρούσεων και την προαγωγή της αποτελεσματικής επικοινωνίας και επίσης ότι βελτιώνει τις συναδελφικές σχέσεις, αφού διευκολύνει τη συνεργασία.

Παράδειγμα
Αργοπορημένη για τη συνάντηση τμήματος, η Ελένη χύνει καφέ στο πέτο του σακακιού της, καθώς τρέχει για να προλάβει. Ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου συναντήσεων, σκοντάφτει, ρίχνει όλα τα χαρτιά της στο πάτωμα και ξαπλώνεται κάτω φαρδιά-πλατιά.
Φανταστείτε ότι η επιτυχία της ομάδας βασίζεται, τουλάχιστον για σήμερα, στην επιτυχία της παρουσίασης της Ελένης.

Και τώρα σκεφτείτε ποιος προϊστάμενος/ ηγέτης έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να πετύχει αυτόν το στόχο:

  • Αυτός που σπεύδει να τη βοηθήσει να σηκωθεί και να της πει έναν καλό λόγο…. ή
  • Αυτός που χαμογελάει ειρωνικά και κάνει ένα σχόλιο του τύπου «Τα πήγαμε άψογα μέχρι εδώ Ελενίτσα μου, έτσι δεν είναι;;»

Όλες οι σχετικές έρευνες δείχνουν ότι η ενσυναίσθηση είναι αναπόσπαστο μέρος της καλής και αποτελεσματικής ηγεσίας: βοηθάει τον ηγέτη να δημιουργήσει συνοχή στην ομάδα του, να ενθαρρύνει τις υψηλές επιδόσεις, να κατανοήσει τα αίτια πίσω από τη φτωχή απόδοση και να υποστηρίξει τους εργαζόμενους, ώστε να βελτιωθούν. Οδηγεί επίσης στη σύσταση δημιουργικών εργασιακών μονάδων και τελικά στην ανάπτυξη και τη δύναμη του ίδιου του οργανισμού.

Κάτια Πετροχείλου, Ph.D., κλινικός ψυχολόγος
Μαρία Παπαθανασίου, Ph.D, ψυχολόγος
Βάσω Αντωνίου, MSc.. οργανωσιακή ψυχολόγος